Articles

 

Οι Dark Tranquillity από το Gothenburg της Σουηδίας είναι από τα αγαπημένα συγκροτήματα του Ελληνικού κοινού, μία σχέση που ξεκινάει με τα σπουδαία άλμπουμ τους και συνεχίζεται με τις συνεχείς εμφανίσεις τους στη χώρα, που πάντα έχουν κάτι όμορφο και ξεχωριστό να προσφέρουν.

 

Τα πάντα ξεκίνησαν όταν το 1989 σχηματίζονται οι “Septic Broiler''από τον τότε ρυθμικό κιθαρίστα Mikael Stanne και τον Νiklas Sundin, επίσης κιθαρίστας. Σύντομα στο συγκρότημα προστέθηκαν ο τραγουδιστής Anders Fridén, ο μπασίστας Martin Henriksson και ο ντράμερ Anders Jivarp και μέσα στο 1990 το νεαρό τότε κουιντέτο (16-17 ετών όλοι τους) ηχογραφούν το παρθενικό τους demo ''Enfeebled Earth'', με το στυλ τους να είναι επηρεασμένο από τους Death και γενικότερα από το πρώιμο death metal, το οποίο περιείχε αρκετή δόση thrash μέσα του.

 

 

Την επόμενη χρονιά αλλάζουν το όνομα τους σε Dark Tranquillity, όνομα που παραμένει μέχρι σήμερα, 27 (!) χρόνια μετά και στις 23 Μαρτίου 1991 κυκλοφορούν το demo ''Trail Of Life Decayed'', ηχογραφημένο στα Dark Studios (15 - 17 Μαρτίου 1991) στο Gothenburg με παραγωγό τον Dragan Tanascovic και τον Stefan Lindgren και με κομμάτια που σήμερα έχουν γίνει αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας από φανατικούς συλλέκτες, όπως τα ''Beyond Enlightenment'', ''Vernal Awakening'' και ''Void Of Tranquillity'' (έπος)! Το κυκλοφόρησαν ανεξάρτητα σε μόλις 800 κόπιες κασσέτας και το στυλ τους είχε διαφοροποιηθεί σε κάτι αισθητά μελωδικότερο, χωρίς να χάνουν την επιθετικότητα τους.

 

 

Στην επόμενη τους προσπάθεια, το ''A Moonclad Reflection'' του 1992, είχαν προχωρήσει σε αισθητά πιό ''προοδευτικό'' μονοπάτι, με δύο μεγάλες συνθέσεις άνω των 7' να το απαρτίζουν, τα ''Unfurled By Dawn'' και ''Yesterworld'', αυτό κυκλοφόρησε από την Slaughter Records σε αδιευκρύνιστο αριθμό αντιτύπων, φημολογείται ότι ήταν είτε 500, είτε 1500, είτε 2000 κόπιες σε 7'' βινύλιο, αριθμημένες στο χέρι. Η Slaughter Records μετονομάστηκε σε Exhumed Productions και κάπου το 1993 έκανε κάποιες επανατυπώσεις του υλικού.  Το τρόπον τινά ΕΡ ηχογραφήθηκε στα Studio Soundscape στο Gothenburg μεταξύ Γενάρη και Φλεβάρη 1992. Την επόμενη χρονιά αυτές οι δύο κυκλοφορίες θα κυκλοφορήσουν σαν compilation από την Πολωνική Carnage Records σε 2000 κόπιες με τίτλο απλά ''Tranquillity''.

 

 

Tο συγκρότημα ήταν πλέον έτοιμο για την παρθενική ολοκληρωμένη δουλειά του και στις 30 Αυγούστου 1993 κυκλοφορεί μέσω της Φινλανδικής Spinefarm Records το ντεμπούτο τους ''Skydancer'', όπου και ακούμε τους Dark Tranquillity τόσο δαιδαλώδεις, προοδευτικούς και συνάμα τσιτωμένους όσο ποτέ ξανά στην μετέπειτα καριέρα τους. Σε παραγωγή ξανά των Dragan Tanascovic/Stefan Lindgren και ξανά ηχογραφημένο στα Soundscape Studios, το ''Skydancer'' περιέχει υλικό το οποίο σήμερα το συγκρότημα βλέπει με τελείως διαφορετικό μάτι σε σχέση με τότε. Ενδεικτικές κάποιες δηλώσεις του Niklas Sundin για το δίσκο, που το περιγράφει ως ''μοναδικό στον κατάλογο της μπάντας εξ'αιτίας της περίεργης κι εκκεντρικής του φύσης''.

 

Προχωρώντας το παρακάτω, ο κιθαρίστας δηλώνει ''το Skydancer είναι πολύ περίεργο άλμπουμ και δεν υπάρχει πραγματικά κάτι άλλο σαν αυτό, για καλό ή για κακό. Τα περισσότερα κομμάτια έχουν 20 και παραπάνω ριφφ που δεν επαναλαμβάνονται ποτέ με τον ίδιο τρόπο και η ενσωμάτωση καθαρών φωνητικών και ακουστικών κιθαρών ήταν ακραία ανορθόδοξα για την εποχή του, συν ότι οι στίχοι που ήταν υπεράνω σοβαρότητας και προσπάθειας να ορίσουμε τον κόσμο που κάποιος μπορεί να φτάσει μέσα από την εκδοχή του κόσμου ενός νεαρού ανθρώπου''. Παρ'όλα αυτά, το χαρακτηρίζει και ως ''μία αληθινή αίσθηση ενθουσιασμού κατά τη διάρκεια της συνθετικής διαδικασίας, νιώθαμε ότι πράγματι είχαμε κάτι νέο και αυθεντικό που έπρεπε να το αποτυπώσουμε σε κασσέτα και να αφήσουμε τον κόσμο να το ακούσει το συντομότερο δυνατόν''.

 

Το ''Skydancer'' ανοίγει με το καταπληκτικό ''Nightfall By The Shore Of Time'', είναι ευδιάκριτη εξ'αρχής η αισθητική του δίσκου με τις πολλές αλλαγές, τα τύμπανα του Jivarp που περιμένουν τη σωστή στιγμή να ξεσπάσουν και τα φοβερά φωνητικά του Fridén, ακούστε τι κάνει σ'αυτό το δίσκο και πως έχει γίνει η φωνή του σήμερα και κλάψτε με την διαφορά προς το χειρότερο. Μερικά από τα καλύτερα κομμάτια τους περιέχονται στο ντεμπούτο αυτό, όπως το συγκλονιστικό ''A Bolt Of Blazing Gold'', το ''Through Ebony Archwaves'' και το ''Alone'' που κλείνει το δίσκο. Υπάρχουν και μερικά black metal ξεσπάσματα που αρκετές μελωδικές μπάντες θα σκότωναν να τα είχαν σε δίσκους τους, αλλά δεν ξαναέκαναν την εμφάνιση τους στην δισκογραφία τους ύστερα από αυτό το άλμπουμ.

 

Το ''Skydancer'' προκάλεσε αίσθηση για τη μουσική του αισθητική και το τολμηρό του περιεχόμενο, αλλά οι Σουηδοί δεν έδειξαν σημάδια εφησυχασμού και ήδη είχαν την επόμενη κίνηση έτοιμη στο μυαλό τους. Πριν από αυτό όμως ο Fridén απολύεται από το συγκρότημα λόγω μουσικών διαφορών και γίνεται η μεγάλη αλλαγή με τον Mikael Stanne να αναλαμβάνει τα φωνητικά, μάλιστα ο Stanne θα κάνει και τα φωνητικά στο ντεμπούτο των In Flames (''Lunar Strain'') ενδιάμεσα, το οποίο κυκλοφόρησε την Πρωταπριλιά του 1994 μιά και οι In Flames βρισκόντουσαν εκείνη την περίοδο χωρίς τραγουδιστή. Για την ιστορία, ο απολυθέντας Fridén στη συνέχεια έγινε τραγουδιστής των In Flames (όπου και παραμένει μέχρι σήμερα), σε μία από τις πιό διάσημες... αλλαξοκωλιές στην ιστορία όλου του μεταλλικού ήχου!

 

 

Στη θέση του Stanne στις κιθάρες έρχεται ο Fredrik Johansson και πλήρως ανανεωμένοι, κυκλοφορούν στις αρχές του 1995 το φοβερό ΕΡ ''Of Chaos And Eternal Night'', όπου και συνθετικά βρίσκονται ένα τουλάχιστον σκαλί πάνω από το ήδη κορυφαίο "Skydancer''.Το ομότιτλο κομμάτι που ανοίγει το ΕΡ αφήνει τους πάντες με το στόμα ανοιχτό, αυτό το φοβερό του ριφφ που σε κάνει να το τραγουδάς ενώ παίζει και η τσιτωμένη πειθήνεια φωνή του Stanne που από τότε γίνεται το σήμα κατατεθέν της μπάντας αλλάζουν αισθητά τις ισορροπίες μέχρι τότε και καθιστούν τους Dark Tranquillity ισχυρούς παίχτες στην υπόθεση Σουηδικό μελωδικό death metal, οι At The Gates δεν ήταν πλέον ολομόναχοι και οι άλλες δύο συνθέσεις (''With The Flaming Shades Of Fall'' και ειδικά το ''Away, Delight, Away'') πιστοποιούν ότι επρόκειτο για το κορυφαίο τους υλικό ως εκείνη την εποχή.

 

Μάλιστα εδώ οι Dark Tranquillity καταφέρνουν να επανηχογραφήσουν κομμάτι (το ''Alone'' το οποίο στο ΕΡ εμφανίζεται ως ''Alone '94'') και να το κάνουν ακόμα καλύτερο απ'ότι στο ''Skydancer'', με τα φωνητικά του Stanne να ταιριάζουν πολύ καλύτερα και να ενισχύεται έτσι η άποψη αρκετά μεγάλης μερίδας κόσμου (οπαδών και μή) ότι αν το ντεμπούτο είχε ηχογραφηθεί με τα δικά του φωνητικά, θα ήταν και ο καλύτερος τους δίσκος. Το ΕΡ ηχογραφήθηκε στα Fredman Studios με παραγωγό τον Fredrik Nordström μεταξύ Οκτώβρη/Νοέμβρη 1994. Στην πορεία των ετών το ''Skydancer'' και το ''Of Chaos And Eternal Night'' επανεκδόθηκαν ως ενιαία κυκλοφορία τόσο από την Spinefarm το 1996, όσο κι από την Century Media το 1999, ενώ οι ακόμα πιό πρόσφατες επανεκδόσεις τους έχουν διαφορετικά εξώφυλλα από τον Niklas Sundin.

 

 

Μέσα στην ίδια χρονιά και χωρίς να προλάβουν να χαρούν τον ντόρο που έχει προκαλέσει το ΕΡ, ετοιμάζουν το επόμενο ύπουλο χτύπημα τους στο πλέον υποψιασμένο κοινό και μεταξύ Aπρίλη/Μάη του ίδιου έτους, ηχογραφούν το δεύτερο τους άλμπουμ με τίτλο ''The Gallery'', το οποίο θα δεί το φως στις 27 Νοεμβρίου του 1995 και θα κυκλοφορήσει από την Γαλλική Osmose Productions. Εδώ οι Σουηδοί έχοντας τα εφόδια να εξελιχθούν και να κρατήσουν τα καλύτερα στοιχεία από το παρελθόν τους, μικραίνουν αισθητά τις διάρκειες των συνθέσεων και με πολιορκητικό κριό το εναρκτήριο ''Punish My Heaven'' βγάζουν ένα δίσκο που για την εποχή θεωρήθηκε κλασσικό και στη συνέχεια μνημονεύτηκε μαζί με το ''Slaughter Of The Soul'' των At The Gates και το ''The Jester Race'' των In Flames (που κυκλοφόρησε το 1996) ως ένα εκ της Αγίας Τριάδας της μελωδικής σκηνής του Gothenburg.

 

Tο παίξιμο τους πλέον έχει βελτιωθεί σε απίστευτο βαθμό, πατάνε καλύτερα ο καθένας πάνω στο οργανό του (εκπληκτικά τύμπανα από τον Jivarp), οι κιθάρες ξερνάνε ριφφ πάνω σε δισολίες και τούμπαλιν και ο Stanne απλά ανεξέλεγκτος προσφέρει ερμηνείες που δε μπορείς παρά να μην θαυμάσεις. Το σύνολο του δίσκου κυλάει συνολικά πιό εύκολα από το προγενέστερο υλικό τους, χωρίς η μουσική τους να χαρακτηρίζεται εύκολη, κομμάτια όπως το ''Edenspring'' (το οποίο μιλάει για το ποτό όπως έχει εκμυστηρευτεί ο Stanne) ή το ''The Dividing Line'' βοηθάνε στο να γίνει ο δίσκος αντικείμενο συζήτησης και να σπάσει για τα καλά τα σύνορα της πατρίδας τους και να τους κάνει διεθνές ζήτημα στις συνειδήσεις των οπαδών, ενώ το καταστροφικό για τον ψυχισμό του καθενός ''Lethe'' είναι κομμάτι που μόνο αν κάποιος δεν έχει καρδιά μέσα του δε θα λατρέψει.

 

Ειδικά η μπασογραμμή του στην αρχή και το πόσο κοκκινίζει ο Stanne όταν το τραγουδάει με πάθος στις συναυλίες τους, δε μπορούν να περιγραφούν σαν συναίσθημα. Το κλείσιμο με το υπέροχο ορχηστρικό ''Μine Is The Grandeur...'' και το ''...Of Melancholy Burning'' αφήνει τον ακροατή με τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις, ένα δεκάρι ολοστρόγγυλο από την πρώτη του ακρόαση που δεν αφήνει (σχεδόν) κανέναν ασυγκίνητο και που στέκεται περήφανα στην κορυφή εδώ και δυόμιση περίπου δεκαετίες. Ο δίσκος μπήκε στο Hall Of Fame του Decibel τον Απρίλιο του 2010, με το κείμενο που συνοδεύει το δίσκο να τονίζει ότι ''καμία ηχογράφηση από εκείνη την εποχή και μετέπειτα έχει την δύναμη και την πολυπλοκότητα του''.

 

Οι Dark Tranquillity πλέον από μία πολλά υποσχόμενη μπάντα είχαν γίνει η ελπίδα όλου του ακραίου μελωδικού ήχου, με τους οπαδούς να τους βλέπουν ως τους νέους ηγέτες όλου του στυλ, μετά την αιφνίδια διάλυση των At The Gates εκείνη την εποχή! Σε κάποιες κόπιες της Osmose από το Φεβρουάριο του 2001 και ως το 2003, το cd δεν διαβάζεται σε υπολογιστές ή hi-fi συστήματα υψηλής τεχνολογίας χωρίς αυτό να διευκρυνίζεται κάπου σε σημειώσεις της κυκλοφορίας.

 

Στην περιορισμένη έκδοση του ''The Gallery'' υπήρχαν οι διασκευές του ''Sacred Reich'' (φυσικά των Sacred Reich) και του ''Bringer Of Torture'' των Kreator, ενώ στις μετέπειτα επανεκδόσεις συμπεριλαμβάνονται και αυτές στα ''My Friend Of Misery'' των Metallica, (μάλλον η πιό καλοπαιγμένη όλων, τουλάχιστον παίξανε το σόλο, όχι όπως οι In Flames που σκοτώσανε το ''Eye Of The Beholder''...), ''22 Acacia Avenue'' των Iron Maiden και ''Lady In Black'' των Mercyful Fate.

 

 

Οι Σουηδοί καρπώνονται τις δάφνες του θριάμβου τους και χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη και περισσότερο για να γεμίσουν το κενό ανάμεσα στα δύο άλμπουμ, κυκλοφορούν το ΕΡ ''Enter Suicidal Angels'', στις 25 Νοεμβρίου του 1996. Ξανά με το μότο ''ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει'', δηλαδή Fredrik Nordström, Fredman Studios, Osmose Productions, τα τέσσερα νέα κομμάτια δείχνουν την βαρύτερη κατεύθυνση που παίρνουν και με εντονότερο τον όγκο και με ολική απαλοιφή των black ξεσπασμάτων, το κομμάτι που χαρακτηρίζει την κυκλοφορία είναι το ''Zodijackyl Light'', κοφτά ριφφ, δυνατά τύμπανα, ο Stanne σε ακόμα καλύτερη κατάσταση και συνολικά ίσως το καλύτερο κομμάτι που έχουν γράψει μέχρι τότε. Τα συνοδευτικά ''Razorfever'' και ''Shadowlit Facade'' τα λες και άδικα μη συμπεριλαμβανόμενα σε κάποιο άλμπουμ τους, ειδικά το πρώτο είναι το μεγαλύτερο κρυμμένο διαμαντάκι όλης τους της δισκογραφίας. Το ''Archetype'' που κλείνει το ΕΡ δείχνει την διάθεση τους να πειραματιστούν με ηλεκτρονική μουσική που παραπέμπει σχεδόν σε techno και δε θα είχε θέση σε κάποια ολοκληρωμένη κυκλοφορία, ευστόχως το βάλανε εδώ χωρίς να ανοίξει μύτη. Στο ΕΡ αυτό συναντάμε τη μόνη κυκλοφορία που ο Martin Henriksson δεν συμμετέχει στη σύνθεση κάποιου κομματιού.

 

 

Kατά την ίδια περίοδο που ηχογραφήθηκε το ΕΡ, δηλαδή το καλοκαίρι του 1996, ηχογραφήθηκαν και τα κομμάτια του τρίτου τους ολοκληρωμένου δίσκου, ''The Mind's I'', το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Απριλίου του 1997 (ακριβώς 30 χρόνια από την άνοδο της χούντας στην Ελλάδα, μπρρρ...) και αποτελεί για τον υποφαινόμενο όχι απλά την κορυφαία στιγμή της καριέρας τους αλλά και ένα από τα συνολικά καλύτερα άλμπουμ σε όλη την μεταλλική ιστορία. Με έναν ήχο που τους πάει καρφί και με ενισχυμένο τον όγκο όπως και στο ΕΡ, εδώ μέσα κυριαρχούν τα κοφτά ριφφάκια, οι γρήγορες ταχύτητες που σε σημεία γίνονται υπερηχητικές και το σύνολο των κομματιών μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και αυτόνομα.

 

Από το άνοιγμα με το ''Dreamlore Degenerate'' είναι εμφανές ότι έχουμε να κάνουμε με το πιό κιθαριστικό άλμπουμ της ως τότε καριέρας τους, εδώ όμως το (έστω μελωδικό) death metal στοιχείο τους είναι εμφανέστερο από οποιαδήποτε άλλη κυκλοφορία τους. Το προαναφερθέν ''Zodijackyl Light'' γυρίζεται σε βίντεο και συμπεριλαμβάνεται και στο άλμπουμ, ενώ το έτερο βίντεο του δίσκου είναι για το ''Hedon'', το οποίο αν δεν είναι το καλύτερο κομμάτι που έχουν γράψει συνολικά, έχει το καλύτερο σημείο όλης τους της καριέρας σ'εκείνο το ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ ριφφ που μπαίνει λίγο πριν το τέλος του κομματιού και προσφέρει ένα τελείωμα που άλλοι απλά θα το ονειρευόντουσαν μόνο (αν και σε τέτοιες περιπτώσεις λέω ότι εκεί ξεκινάς άλλο κομμάτι βασισμένο σε τέτοιο ριφφ). Στην Ελλάδα ο κόσμος παθαίνει πλάκα όσο ποτέ και η αγάπη του κόσμου γίνεται τεράστια που περιμένει πως και πως να έρθει η στιγμή που θα τους δεί κάποτε, θα χρειαζόταν αναμονή για τρία ακόμα χρόνια επ'αυτού.

 

Ένα ακόμα από τα κορυφαία τους κομμάτια (μοιράζεται την κορυφή με το ''Hedon'' και ανάλογα τις διαθέσεις διαλέγετε το ένα ή το άλλο), είναι το ''Insanity's Crescendo'', με τα φοβερά γυναικεία φωνητικά να το καθιστούν αιθέριο και παντοτινά κολλητικό στον εγκέφαλο, ενώ η δομή του από την αρχή ως το τέλος είναι για σεμινάριο πως να χτίζεις σωστά ένα κορυφαίο κομμάτι. Όποιο κομμάτι και να αναφερθεί από τα υπόλοιπα θα αδικήσω το σύνολο, η κολούμπρα πάντως που παθαίνει κάποιος στο blast beat του ''Scythe, Rage And Roses'' είναι κάτι που δε μπορεί να περάσει απαρατήρητο σε καμία περίπτωση. Σε επανεκδόσεις στη συνέχεια συμπεριλήφθηκαν ως έξτρα τα τρία κομμάτια του ''Enter Suicidal Angels''.

 

Όπως και στο ''The Gallery'', έτσι και στο ΕΡ και στο ''The Mind's I'' ισχύει το ίδιο λάθος σε κάποιες κόπιες που δεν παίζουν σε υπολογιστές και εξελιγμένα συστήματα, άγνωστο αν ίσχυε σε γενικότερες επανατυπώσεις δίσκων της Osmose εκείνη την περίοδο, αλλά αν έχετε προμηθευτεί αυτές τις τρείς κυκλοφορίες αργότερα, ενδέχεται να έχετε υποστεί αυτή την ''ταλαιπωρία''. Μέσα στο 1999, το Ελληνικό περιοδικό Metal Invader έβγαλε ένα cd στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το ''Trail Of Life Decayed'' demo των Dark Tranquillity, μαζί με τα demo των Hunger (μεταγενέστερη μορφή των Dark Angel με τους Eric Meyer/Ron Rinehart των τελευταίων και με το λογότυπο των Dark Angel να δεσπόζει στην κυκλοφορία) και των Infernal Majesty (''Creation Of Chaos'' του 1993). Η δεκαετία θα έκλεινε για τους Dark Tranquillity με το πλέον ιδιαίτερο άλμπουμ που κάνανε μέχρι τότε και με μία απώλεια που θα έφερνε μία νέα μεγάλη αλλαγή.

 

Το 1999 αρχίζει με μία δυσάρεστη είδηση για το συγκρότημα, καθώς ο κιθαρίστας Fredrik Johansson απολύεται τον Γενάρη. Ο λόγος ήταν ότι ήθελε να συγκεντρωθεί περισσότερο στην οικογένεια του και μοιραία δε θα μπορούσε να περιοδεύει, συν ότι ήθελε να βρεί μία σταθερή καθημερινή δουλειά.

 

 

Ο τέταρτος δίσκος ''Projector'' είχε ήδη ηχογραφηθεί από τον Σεπτέμβρη του 1998 και ήταν ο πρώτος τους για τη νέα τους εταιρεία, Century Media. O δίσκος κυκλοφορεί τελικά στις 10 Αυγούστου του 1999 και σηματοδοτεί μεγάλη αλλαγή στον ήχο τους, με αρκετή χρήση πιάνου, καθαρών φωνητικών και καθαρότερης παραγωγής. Το άλμπουμ ανοίγει με το θεσπέσιο ''FreeCard'' το οποίο μας παρουσιάζει έναν Stanne όπως ποτέ άλλοτε, ακόμα καλύτερο στα κάφρικα φωνητικά του και με την καθαρή φωνή του να αποδεικνύεται υπέροχη, δίνει φοβερό χρώμα στα κομμάτια που τα χρησιμοποιεί, είτε λίγο, είτε εξ'ολοκλήρου όπως στο γλυκύτατο ''Auctioned'', ή στο εσωτερικό και πειραματικό ''Day To End'', ένα κλειστοφοβικό έπος που τσακίζει κόκκαλα.

 

Το μεγάλο χιτάκι φυσικά δεν είναι άλλο από το βίντεο του δίσκου, ''ThereIn'', το οποίο έχει αυτό το κολλητικό παιχνιδιάρικο ριφφάκι στην αρχή και το ακόμα πιό κολλητικό ρεφρέν, ενώ επίσης εκπληκτικό ριφφ έχει η αρχή του ''The Sun Fired Blanks'' και του ''Dobermann'', φαινομενικά γλυκά ριφφ τα οποία σε κάνουν να κοπανιέσαι μέχρι τελικής πτώσεως. Συνολικά ο δίσκος είχε μία απήχηση στο κοινό που ενώ δεν άφησε κανέναν αδιάφορο, είχαμε ή εκδηλώσεις λατρείας και επαίνους για το πόσο τόλμησαν να εξελίξουν τον ήχο τους, είτε μίσος για το πόσο μαλάκωσαν και βάλανε καθαρά φωνητικά κι άλλα τέτοια ωραία. Από τη στιγμή που είχαν υπάρξει μερικοί άμπαλοι που είχαν κράξει το ''The Mind's I'' το '97, δεν ήταν δυνατόν να τη γλύτωνε το ''Projector'', που η φύση του ήταν ούτως η άλλως ιδιαίτερη.

 

Με τον δίσκο λοιπόν να έχει ήδη κυκλοφορήσει και τις αντιδράσεις να ποικίλουν, το συγκρότημα πρέπει να αποφασίσει τι θα κάνει με τη θέση του κιθαρίστα που έχει μείνει κενή. Οι αντικειμενικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στην εύρεση του σωστού ατόμου οδηγεί σε άλλη μία εσωτερική αλλαγή όπως το 1993, κι έτσι ο μπασίστας Martin Henriksson γίνεται ο δεύτερος κιθαρίστας. Αν και ήταν πολύ διστακτικός στην αρχή στο να αναλάβει τη θέση, πιστεύοντας ότι είναι πολύ κοινός κιθαρίστας, τελικά το τόλμησε, και στη θέση του στο μπάσο παίρνει ο Michael Nicklasson. Αξίζει να σημειωθεί άλλη μία ιστορική μαλακία που τυγχάνει σε μπάντα της οποίας γράφω αφιέρωμα (το έχει η μοίρα μου), με τις πρώτες digipack κόπιες του cd να περιέχουν το έξτρα κομμάτι ''Exposure'', ενώ κάποιες άλλες δεν το περιείχαν επειδή υπήρξε πρόβλημα με το πακετάρισμα. Αντίθετα, το κομμάτι συμπεριλήφθηκε σε κάποιες κανονικές εκδόσεις, εγώ πάλι κατάφερα και να έχω το digipack και να μην υπάρχει το τραγούδι μέσα...

 

Στην Ιαπωνική του έκδοση, το άλμπουμ έχει διαφορετικό εξώφυλλο, ενισχυμένο βιβλιαράκι με βιογραφικό της μπάντας ενώ σε μετέπειτα επανεκδόσεις έχει γίνει και remastering (ακατανόητο το γιατί, ο ήχος ήδη ήταν τέλειος και ζεστά οργανικός). Kατά την επανακυκλοφορία του το άλμπουμ θα το δείτε και γραμμένο σαν ''p.r.o.j.e.c.t.o.r.''... Στη συνέχεια και πριν καν κοπάσει ο θόρυβος γύρω από το ''Projector'', ήδή είχαν βάλει πλώρη για να ετοιμάσουν το πέμπτο τους άλμπουμ το οποίο και σηματοδότησε την πιό σύντομη εναλλαγή κυκλοφοριών τους, συν ότι παρουσίασαν στο κοινό το νέο μόνιμο έκτο μέλος τους, τον πληκτρά Martin Brändström, και έτσι από το 1999 το συγκρότημα γίνεται σεξτέτο και παραμένει μέχρι σήμερα. To ''Projector'' μεταξύ άλλων προτάθηκε για βραβείο Grammy στη Σουηδία.

 

 

Το ''Haven'' θα κυκλοφορήσει τελικά στις 17 Ιουλίου του 2000, και συνεχίζει εκεί που σταμάτησε το ''Projector'', αλλά με ιδιαίτερα έντονα τα πλήκτρα στον ήχο του δίσκου. Ο Brändström με το καλημέρα κάνει αισθητή την παρουσία του γράφοντας αρκετά κομμάτια για τον δίσκο, ο οποίος ενώ έχει τις πολύ καλές του στιγμές, εντούτοις ήταν αντικειμενικά ότι πιό αδύναμο είχαν κυκλοφορήσει τότε, μάλιστα ο Niklas Sundin δεν έχει διστάσει να το κατακεραυνώσει, λέγοντας ότι είναι σίγουρα το λιγότερο αγαπημένο του άλμπουμ κι ότι είναι ''πολύ ασφαλές σε κάποια σημεία'', ή ότι ''θα ήταν πιό ωφέλιμο να υπήρχε περισσότερη ποικιλία στις συνθέσεις του''. Το ''The Wonders At Your Feet'' που ανοίγει το δίσκο και άνοιγε και τις συναυλίες τους, ακόμα και στην επόμενη περιοδεία, είναι φοβερό κομμάτι, αλλά ήταν κάπου ξεκάθαρο ότι ο ήχος είχε παραμαλακώσει και αρκετή από τη συνολική τους δυναμική είχε χαθεί.

 

Επίσης το δεύτερο κομμάτι ''Not Built To Last'' είναι φοβερά όμοιο με το ''ThereIn'' στη δομή, το οποίο ήταν επίσης δεύτερο κομμάτι στο ''Projector'', οι συνειρμοί δεν τους βοηθούσαν και πολύ και η αλήθεια είναι ότι ο δίσκος γνώρισε ακόμα μεγαλύτερες ποικίλες αντιδράσεις, με την πλάστιγγα να γέρνει προς τα αρνητικά σχόλια, ακόμα και όσοι κατάφεραν να αγκαλιάσουν το ''Projector'' μετά από πολλές ακροάσεις, εδώ τους πρόσαψαν ότι επαναλαμβάνονται για να γνωρίσουν εμπορική επιτυχία (δεν είχαν και πολύ άδικο μεταξύ μας). Υπάρχουν βέβαια μέσα στο ''Haven'' τα ''Indifferent Suns'' και ''Ego Drama'' που έχουν κάτι από την παλιά μαγεία της μπάντας, αλλά αν κάποτε είχα να επιλέξω ποιά δύο άλμπουμ τους δε θα ήθελα να ξανακούσω ας πούμε, το ένα θα ήταν σίγουρα αυτό, έστω και με βαριά καρδιά.

 

Επίσης για την τότε περιοδεία του δίσκου επιστράτευσαν τον Robin Engström (τότε Lefay, μετέπειτα Morgana Lefay, παιχταράς/δολοφόνος) για να πάρει τη θέση του Anders Jivarp, ο οποίος μόλις είχε γίνει πατέρας και έπρεπε να βρεθεί δίπλα στο παιδί του. Παρά τις όποιες ενστάσεις, το ''Haven'' έλαβε και κάποιες διακρίσεις όπως το να συμπεριληφθεί στο Retro 2000 Top 5 Albums του MetalGuru, ενώ και το AllMusic το χαρακτήρισε ως εμπνευσμένο και ορόσημο στην καριέρα τους (;!)... Eίναι και η πρώτη φορά που επισκέπτονται την Ελλάδα, για δύο co-headline εμφανίσεις με τους The Haunted, οι οποίοι στην κυριολεξία τους κάνουν σκόνη και τα δύο βράδια, με τον Stanne σε πηγαδάκια μετά με τους οπαδούς να παραδέχεται την ανωτερότητα τους. Μετά από αυτό το βιαστικό άλμπουμ και με το όνομα τους να αμφισβητείται για πρώτη φορά, έπρεπε να βάλουν την καριέρα τους σε νέα βάση και το κατάφεραν με το επόμενο έκτο άλμπουμ τους.

 

 

Στις 22 Ιουλίου του 2002 οι Dark Tranquillity κυκλοφορούν το ''Damage Done'', ένα άλμπουμ που αγαπήθηκε άμεσα από τους οπαδούς, καθώς υπήρξε επιστροφή στον απόλυτα κιθαριστικό ήχο, ενώ είναι και δίσκος χωρίς καθόλου καθαρά φωνητικά, στο πνεύμα του ''The Mind's I'' αλλά με τον ήχο των δύο προηγούμενων δίσκων ''Projector''/''Haven'' να γιγαντώνεται. Όπως είχε πεί τότε ο Stanne σε σχετική ερώτηση για τα πολλά ριφφ στο δίσκο, ''Ο Martin (Brändström) έχασε πολλές μάχες αυτή τη φορά'', υπονοώντας ότι δεν υπήρχαν τόσα πλήκτρα όσα στο ''Haven''. Όταν έχεις δίσκο που ξεκινάει με καταπέλτη όπως το ''Final Resistance'', δε μπορεί να αμφισβητηθεί το τελικό του αποτέλεσμα σε καμία περίπτωση. Οι Σουηδοί καταφέρνουν να γράψουν μερικά από τα πλέον κορυφαία τους κομμάτια μαζεμένα σ'αυτό το άλμπουμ, με το προφανές χιτάκι να είναι το ''Monochromatic Stains'', που γυρίστηκε και σε βίντεο από Έλληνα σκηνοθέτη, τον Αχιλλέα Γατσόπουλο.

 

Πλάι στον εναρκτήριο δυναμίτη του άλμπουμ και το προαναφερθέν χιτάκι, μεταξύ ίσων στέκονται τα ''The Treason Wall'' (με το ''οοοοοοο οοοοοοοοο οοοοοοοοοο'' των οπαδών κάθε φορά που παίζεται ζωντανά να συνοδεύει το συγκρότημα), το ομότιτλο κομμάτι και το έπος ''White Noise/Black Silence'', κομμάτια που έγιναν βασικό μέρος του συναυλιακού σετ τους και που άντεξαν στο χρόνο και παρέμειναν ολόφρεσκα. Ο Stanne δήλωσε ότι οι στίχοι του δίσκου έχουν να κάνουν με την ευπάθεια της ζωής, ενώ υπάρχει ως έξτρα το κομμάτι ''I, Deception'' στο digipack του δίσκου, το οποίο υποτίθεται ότι θα ήταν στη Γιαπωνέζικη έκδοση, ενώ το ''Cathode Ray Sunshine'' συμπεριλήφθηκε στο soundtrack του video game ''Brutal Legend''. Το ''Damage Done'' κλείνει με το υπέροχο ορχηστρικό ''Ex Nihilo'', το οποίο χρησιμοποιήθηκε και ως ''χαλί'' για το κλείσιμο των συναυλιών τους.

 

 

Και μιλώντας για συναυλίες, επιστρέφουν στην Ελλάδα πλάι στους Candlemass και Entombed, αυτή τη φορά πραγματοποιώντας εκπληκτική εμφάνιση, στην κυριολεξία μεταμορφωμένοι από αυτό που είδαμε το 2000, σε ένα από τα καλύτερα πακέτα που είδαμε ποτέ στην χώρα. Αφού βρισκόντουσαν σε μεγάλη συναυλιακή φόρμα, είπαν να εκμεταλλευτούν τη στιγμή και κυκλοφορούν το DVD ''Live Damage'' στις 27 Σεπτεμβρίου του 2003, με το κύριο μενού να είναι από συναυλία που έγινε στις 7 Οκτωβρίου του 2002 στην Κρακοβία της Πολωνίας. Πιό ψόφιο κοινό δε θα μπορούσαν να διαλέξουν, είναι γνωστό όμως ότι στην Πολωνία έχουν γυριστεί αρκετές συναυλίες λόγω τεχνολογίας, πυρηνική καταστροφή να γίνει πάντως, δε θα δείτε άνθρωπο να κουνιέται. Το Ελληνικό κοινό έχει την τιμητική του έστω σε bootleg βίντεο της εποχής, από τη συναυλία στις 20 Οκτώβρη του 2002 (στην περιοδεία που είπαμε πριν) και μπορεί κάποιος να δεί ζωντανά τα ''ThereIn'', ''Zodijackyl Light'', ''Final Resistance'', ''Punish My Heaven'', ''Monochromatic Stains'', ''Haven'' και ''White Noise/Black Silence''.

 

Υπάρχουν και βίντεο από συναυλία στο Παρίσι στις 19 Νοεμβρίου του 2002, όπως κι από το Essen στις 13 Νοεμβρίου, λίγες μέρες πριν το Παρίσι. Το 2004 είναι χρονιά περισυλλογής και έτσι κυκλοφορεί η άκρως απαραίτητη και χορταστική συλλογή ''Exposures - In Retrospect And Denial''. Το πρώτο δισκάκι απαρτίζεται από κομμάτια που μείνανε έξω από τα τρία άλμπουμ που είχαν κάνει για τη Century Media ή που είχαν μπεί στις Γιαπωνέζικες εκδόσεις, συν τα δύο πρώτα demo ''Τrail Of Life Decayed'' και ''A Moonclad Reflection''. Έτσι εδώ βρίσκουμε διαμαντάκια όπως τα ''Static'' και ''The Poison Well'' που ηχογραφήθηκαν την περίοδο του ''Damage Done'', τα ''In Sight'', ''Misery In Me'' και ''Cornered'' που ηχογραφήθηκαν την περίοδο του ''Haven'' (και ώ της μαλακίας, είναι καλύτερα σχεδόν από όλα τα κομμάτια του δίσκου) και τα ''No One'' και το προαναφερθέν ''Exposure'' που ηχογραφήθηκαν την περίοδο του ''Projector''. Το δεύτερο δισκάκι περιέχει αυτούσια την συναυλία στην Κρακοβία από το DVD ''Live Damage''.

 

Οι Dark Tranquillity παρ'όλα αυτά θα επιστρέψουν στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2004 για να παραστούν στο Rockwave Festival στην Μαλακάσα, όπου και με τον ήλιο να τους βαράει κατακούτελα ντάλα μεσημέρι και με τον Stanne να έχει κοκκινίσει περισσότερο από όσο μπορείτε να φανταστείτε, προσφέρουν μία κολοσσιαία εμφάνιση, η οποία αν ήταν πλήρους διάρκειας και όχι 40-45' που παίξανε, θα ήταν και η κορυφαία που είχαν πραγματοποιήσει στη χώρα μας. Τότε κι ενώ ετοίμαζαν το νέο τους δίσκο, παίξανε και το ακυκλοφόρητο ''One Thought'' με το κοινό να ενθουσιάζεται, ενώ οι ίδιοι αν και ημιθανείς από το 40άρι+ που φάγανε στο κεφάλι, τα δώσανε όλα και κέρδισαν πολλούς πόντους ακόμα κι από οπαδούς που δεν τους είχαν σε πολύ εκτίμηση και άρχισαν να τους ακούνε από αυτή τη συναυλία και μετά.

 

 

Λίγο πριν φύγει το 2004, οι Σουηδοί προχωράνε στην κυκλοφορία του EP ''Lost To Apathy'', ένα από τα καλύτερα κομμάτια του επερχόμενου έβδομου άλμπουμ τους που έγινε γνωστό ότι θα ονομαστεί ''Character''. Το ΕΡ βγαίνει στις 15 Νοεμβρίου και περιέχει εκτός από το ομότιτλο κομμάτι τα ''Derivation TNB'' (ένα πειραματικό remix από ριφφ των ''The New Build'', ''Mind Matters'' και ''Dry Run'', οπότε χωρίς να έχει διευκρυνιστεί ποτέ, εικάζω ότι το TNB προέρχεται από τα αρχικά του πρώτου εκ των τριών κομματιών), μία βιομηχανική εναλλακτική μίξη του ''The Endless Feed'' και τη ζωντανή εκτέλεση του ''Undo Control'' από τη συναυλία της Κρακοβίας που περιέχεται στο ''Live Damage'' DVD. Ο ήχος αισθητά έχει βαρύνει ακόμα περισσότερο και το ''Character'' αναμένεται με θετική προδιάθεση από τους οπαδούς. Την παραγωγή στο ΕΡ έκανε ο πληκτράς Martin Brändström. Στο άλμπουμ την επιμελήθηκε το ίδιο το συγκρότημα, πρώτη φορά χωρίς τον Fredrik Nordström μετά από μία δεκαετία.

 

To ''Character'' προς τέρψη των οπαδών τους κυκλοφορεί στις 24 Ιανουαρίου του 2005 και αντιμετωπίζεται εξ'αρχής με διθυραμβικές κριτικές, ειδικά για το γεγονός ότι είναι ακόμα βαρύτερο από το ήδη βαρύτερο σε σχέση με το παρελθόν ''Damage Done'', ενώ χαρακτηρίζεται γενικότερα από πληθώρα κιθαριστικού οργασμού, σίγουρα ο δίσκος με τις περισσότερες και βαρύτερες κιθάρες που κάνανε. Το ''The New Build'' -που θα γυριστεί σε βίντεο όπως και το ''Lost To Apathy''- ξεκινάει τον δίσκο με blast beats και αλληλουχίες από ριφφ και δισολίες γεμίζουν όμορφα τα αυτιά του ακροατή, ο αέρας της ανανέωσης είναι κάτι παραπάνω από εμφανής και το βαρύτερο κομμάτι της ιστορίας τους (και προσωπικό μου τοπ 10 όλης τους της δισκογραφίας) είναι το επόμενο ''Through Smudged Lenses'', σκάσιμο στο ταμπούρο α λα ''Born'' των Nevermore (κομμάτι από δίσκο που βγήκε ακριβώς 6 μήνες μετά, μετά λέτε πως πάμε και τα θυμόμαστε, υπέροχο μπάσιμο και τα δύο) και η αιώνια μπουκωμένη ριφφάρα του να τελειώνει εκεί που μπαίνει ο Stanne κι αποθεώνει το κομμάτι, ενδεικτικό για πολύ μα πολύ κοπάνημα.

 

Τα κομμάτια των οποίων μέρη χρησιμοποιήθηκαν στο προαναφερθέν ΕΡ είναι εκπληκτικά, ενώ το ''One Thought'' που παίχτηκε στην Ελλάδα ένα εξάμηνο νωρίτερα, είναι επίσης ένα από τα κορυφαία τους κομμάτια, σφυριχτό ριφφάκι και οι Dark Tranquillity τόσο επιθετικοί και μελωδικοί ταυτόχρονα όσο θέλει να τους ακούει ο μέσος οπαδός. Ριφφ πάνω στα πλήκτρα πάνω στην ομοβροντία τυμπάνων (o Jivarp κάνει παπάδες -ΚΑΙ- σ'αυτό το δίσκο γενικότερα) και με αποτέλεσμα που δεν το ξεχνάς ποτέ μετά την πρώτη ακρόαση. Αποθέωση για το δίσκο που μιλάει για την πλήρη αναγέννηση του συγκροτήματος και οι μέρες πειραματισμού στα ''Projector''/''Haven'' μοιάζουν μακρινή ανάμνηση πλέον.

 

Ξέρω πολλούς που θεωρούν ότι είναι ο κορυφαίος τους δίσκος κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, εκεί που μάλλον συμφωνώ είναι ότι είναι ο καλύτερος δίσκος τους από την εποχή του ''Projector'' μέχρι σήμερα, κονταροχτυπιέται με το ''Damage Done'' στην καρδιά μου, αλλά ενώ εκείνο έχει κλασσικότερα κομμάτια, αυτό έχει τον βαρύτερο ήχο και το συμπαγέστερο σύνολο που στο τέλος με κερδίζουν. Κλείνει και με το ''My Negation'' που είναι ψύχωση, οπότε... Δυστυχώς δεν τους είδαμε στην Ελλάδα σ'αυτή την περιοδεία, θα γινόταν πραγματικά της πουτάνας στην κατάσταση που βρισκόντουσαν, αλλά ανταμειφθήκαμε στην περιοδεία του επόμενου δίσκου.

 

 

Το ''Character'' είναι η πρώτη τους κυκλοφορία από την εποχή του ''Of Chaos And Eternal Night'' που δεν ηχογραφήθηκε εξ'ολοκλήρου στα Fredman Studios (ηχογραφήθηκαν μόνο τα τύμπανα), καθώς μέρη του έχουν ηχογραφηθεί και στα Τhe Room (κιθάρες, μπάσο και φωνητικά) και Rogue Music (πλήκτρα). Το ανάγλυφο digipack του δίσκου είναι απλά υπέροχο, κυκλοφόρησε σε βινύλιο με διαφορετικό εξώφυλλο, ενώ υπάρχει και έκδοση με έξτρα συναυλιακά βίντεο. Στην επετειακή κυκλοφορία για τα 25 χρόνια της Century Media, δεύτερο δισκάκι είναι όλο το ''Live Damage''.

 

Μετά την όλη αποθέωση, το συγκρότημα έχει δύσκολο έργο να βγάλει δίσκο ανάλογης αξίας με τα ''Damage Done''/''Character'', αλλά προχωρούν σίγουροι και εκπλήσσουν ευχάριστα ξανά τον κόσμο. Αφού πρώτα κυκλοφορεί το single ''Focus Shift'' στις 4 Απριλίου, το οποίο αποσπά και πάλι αποθεωτικά σχόλια, φοβερό κομμάτι με κολλητικό ρυθμό που έδειχνε ότι η έμπνευση καλά κρατούσε. Επίσης στο single περιέχεται η άλλη υπερκομματάρα ''Terminus (Where Death Is Most Alive)'', με το καλύτερο σημείο πλήκτρων όχι μόνο του συγκροτήματος αλλά ίσως και τον τελευταίων δέκα και βάλε ετών στη αρχή του. Απίστευτη δομή κομματιού που αποτέλεσε στη συνέχεια (και μέχρι σήμερα) μεγάλη συναυλιακή αδυναμία των οπαδών.

 

 

Με δύο κομμάτια ήδη σούπερ, το όγδοο άλμπουμ ''Fiction'' κυκλοφορεί στις 24 Απριλίου του 2007 και για άλλη μία φορά βρίσκουμε μέσα στιγμές που τονίζουν το μεγαλείο τους. Αν για τα δύο προαναφερθέντα τα πράγματα ήταν απλά εξ'αρχής, τι να πεί κανείς για το ''Inside The Particle Storm'', ένα κομμάτι που σε ρίχνει στα γόνατα από το βάρος του συναισθήματος που προκαλεί, θα τολμήσω να γράψω ότι αποτελεί και την κορυφαία ερμηνεία που έχει κάνει ο Stanne συνολικά σαν τραγουδιστής, κορυφώνει το κομμάτι όσο πλησιάζει το τέλος του, ενώ οι θεσπέσιοι στίχοι του σε κάνουν να πιστεύεις ότι ήρθε το τέλος του κόσμου και μόλις τελειώσει ο ύμνος θα γίνουν όλα στάχτη. Ο δίσκος κλείνει με άλλη μεγάλη στιγμή, το ''The Mundane And The Magic'', επιπέδου ''My Negation'' κι αυτό, ενώ το ''Misery's Crown'' είναι το κολλητικό κομμάτι του δίσκου, το οποίο φυσικά έγινε βίντεο (όπως και το ''Focus Shift''). Mοναδικό ''μείον'' ενός κατά τ'άλλα φοβερού δίσκου, το γεγονός ότι το συγκρότημα έδειχνε να επαναπαύεται στη φόρμα του ''Damage Done'' για τρίτη σερί κυκλοφορία, από την άλλη μιλάμε για κορυφαία τριάδα που άλλοι απλά θα κοιτούσαν με τα κυάλια.

 

Η παραγωγή έγινε από τον Tue Madsen, ο δίσκος ηχογραφήθηκε μεταξύ Οκτώβρη/Νοέμβρη 2006 στα Rogue Music (μπάσο, πλήκτρα), Νacksving (κιθάρεες, φωνητικά) και IF Studios (τύμπανα), ενώ η μίξη έγινε στα Antfarm Studios. Το ''Fiction'' υποστηρίχτηκε από τεράστια περιοδεία, που περιλάμβανε την North America Metal For The Masses Tour μαζί με The Haunted, Into Eternity και Scar Symmetry (Θεέ μου!), περιοδεία στην Αγγλία με τους Omnium Gatherum το 2008 (οι οποίοι παραλίγο να έρθουν μαζί τους αυτή τη φορά που θα τους δούμε), ενώ επιστρέφουν στην Αμερική την άνοιξη του 2008 με τους Arch Enemy. H περιοδεία του δίσκου αυτή τη φορά τους φέρνει και στην χώρα μας το Νοέμβριο του 2007, μαζί με τους Samael (στο ''Solar Soul'' παρακαλώ, πακέτο-Κόλαση). Kαταπληκτικές και οι δύο μπάντες τότε, με τους Σουηδούς να βγαίνουν πρώτοι και να πραγματοποιούν μία εκ των δύο κορυφαίων εμφανίσεων τους στη χώρα, σε τέτοιο βαθμό που -λανθασμένα- το κοινό μετά το πέρας της εμφάνισης τους να αποχωρεί τουλάχιστον κατά 50% και δυστυχώς οι Samael να παίζουν σε ελάχιστα άτομα και στις δύο πόλεις (Αθήνα-Θεσσαλονίκη).

 

Το 2008 είναι χρονιά αποχώρησης, με τον συμπαθέστατο μπασίστα Michael Nicklasson να αποχωρεί από το συγκρότημα για προσωπικούς λόγους, αλλά χωρίς εντάσεις (ο άνθρωπος έχει χτυπημένο τατουάζ στο χέρι το λογότυπο της μπάντας εξ'άλλου, οι σχέσεις τους μέχρι σήμερα είναι άψογες) και στις 19 Σεπτεμβρίου του 2008 ανακοινώνουν ότι ο νέος τους μπασίστας είναι ο... κιθαρίστας των Soilwork, Daniel Antonsson! Yπήρξε μία νέα ενισχυμένη έκδοση του ''Fiction'' στις 23 Ιουνίου του 2008, με έξτρα κομμάτια στο άλμπουμ και ένα dvd με βίντεο και ζωντανά ηχογραφημένα κομμάτια. Το 2009 επανακυκλοφορούν και οι ενισχυμένες εκδόσεις των ''Projector'', ''Haven'' και ''Damage Done'' με πολλά έξτρα και διαφορετικά εξώφυλλα, διά χειρός Niklas Sundin.

 

Το 2009 γενικά είναι χρονιά οργασμού κυκλοφοριών από πλευράς συγκροτήματος, καθώς μεταξύ άλλων γίνονται διαθέσιμα τα ακόλουθα: Στις 27 Φεβρουαρίου βγαίνει το ''Manifesto Of Dark Tranquillity'', μία συλλογή από κομμάτια των 5 άλμπουμ που είχαν κάνει μέχρι τότε για τη Century Media''. Στις 22 Μαϊου βγαίνει το ''Yesterworlds'', μία συλλογή που περιέχει τα ''Trail Of Life Decayed''/''A Moonclad Reflection'' (για νιοστή φορά) όπως και κομμάτια από ακυκλοφόρητο promo tape του 1994 συν μία εναλλακτική εκτέλεση του ''Punish My Heaven'' από συλλογή της Wrong Again Records της ίδιας χρονιάς.

 

Στις 26 Οκτωβρίου κυκλοφορεί το διπλό ζωντανό άλμπουμ ''Where Death Is Most Alive'' όπως και η αντίστοιχη έκδοση του σε DVD! H συναυλία είναι παρμένη από το Rolling Stone στο Μιλάνο στις 31 Οκτωβρίου του 2008. Η Century Media μάλιστα οργάνωσε ένα release party στις 30 Οκτωβρίου του 2009, τέσσερις μέρες μετά την επίσημη κυκλοφορία του, σε ένα σινεμά στο Gothenburg, εκεί λοιπόν μοιράστηκαν δωρεάν σε παρευρισκόμενους του πάρτυ 333 κόπιες της συλλογής ''The Dying Fragments'', η οποία αποτελείται από ζωντανές εκτελέσεις κομματιών στο δεύτερο δισκάκι της DVD έκδοσης. Το συγκρότημα εκείνο το διάστημα δούλευε πάνω στον ένατο δίσκο του με τίτλο ''We Are The Void'', στις 21 Δεκεμβρίου του 2009 δίνεται το κομμάτι ''Dream Oblivion'' και στις 14 Ιανουαρίου του 2010 το ''At The Point Of Ignition'' μέσω της σελίδας τους στο Myspace.

 

 

Στις 24 Φεβρουαρίου του 2010 κυκλοφορεί επίσημα το ''We Are The Void'', σχεδόν 3 χρόνια μετά το ''Fiction''. Oι ολοένα και αυξανόμενες προσδοκίες για κάτι εξ'ίσου ποιοτικό κάνανε το άλμπουμ αυτό να χάσει το παιχνίδι της σύγκρισης από τα αποδυτήρια σε σχέση με τους τρείς προκατόχους του (για πιό πίσω ούτε λόγος. Και το ίδιο το συγκρότημα κατάλαβε ότι κάτι έτρεχε μιά και η ανταπόκριση για το δίσκο δεν ήταν η αναμενόμενη.

 

Για πρώτη φορά ίσως, οι Dark Tranquillity ακούγονται κουρασμένοι, σχετικά (για τα δικά τους δεδομένα) παγιδευμένοι στον ήχο τους και σίγουρα λιγότερο εμπνευσμένοι σε σχέση με τους δίσκους μέσα στα '00s. Υπάρχουν κομμάτια που το μεγαλείο τους μένει αναλοίωτο όπως το ''Shadow In Our Blood'' που ανοίγει το δίσκο, το πανέμορφο ''The Fatalist'', το άκρως συναυλιακό ''Dream Oblivion'' και το ''Iridium'' που κλείνει το άλμπουμ (το μοναδικό ''παλιό'' κομμάτι του δίσκου, γραμμένο κάπου μεταξύ 1996 - 1998), αλλά γενικότερα ακόμα και γι'αυτά υπάρχει η πεποίθηση ότι υπό συνθήκες δε θα μπαίνανε σε κάποια από τα προηγούμενα άλμπουμ τους. Αυτός ο δίσκος θεωρείται ως δεύτερο μέρος του ''Fiction'' ('Υβρις, ούτε καν!) μιά και έχει την ίδια κιθαριστική ηχητική προσέγγιση (Drop B Tuning) και επαναφέρει τα καθαρά φωνητικά σε άλμπουμ τους από το ''Haven'' και μετά.

 

 

Το Sputnik Music έγραψε ότι ''Αν πάρετε το ''Fiction'', του βγάλετε τα υπέροχα κιθαριστικά ριφφ, αυξήσετε την παρουσία πλήκτρων 10 φορές και μετά το κάνετε να ηχεί πιό καταθλιπτικό, έχετε ακριβώς αυτό που το ''We Are The Void'' προσφέρει, ενώ το metalunderground έγραψε ότι ''Είναι εξαίρετο μελωδικό death metal, αλλά είναι λες και οι Dark Tranquillity έχουν κυκλοφορήσει τον ίδιο δίσκο για τρίτη συνεχή φορά''. Στην Αμερική θα περιοδεύσουν αρχικά με τους Killswitch Engage και The Devil Wears Prada ανοίγοντας τις συναυλίες, ενώ στη συνέχεια και κατά το Μάϊο και Ιούνιο του 2010 θα παίξουν ως headliners στη Βόρεια Αμερική, συνοδευόμενοι από τους Threat Signal, Mutiny Within και The Absence, ενώ ο δρόμος θα τους βγάλει και μέχρι την Ινδία και συγκεκριμένα το Hyderabad, όπου και θα παίξουν στο Bits Pilani Hyderabad Campus. Σε βίντεο γυρίστηκαν τα ''Shadow In Our Blood'', ''Ιn My Absence'' και ''Iridium''. Στην Ελλάδα ξαναήρθαν τον Μάϊο του 2011, απλά μεγαλειώδεις και υπεράνω κριτικής για άλλη μία φορά.

 

Με τα πυρά του κόσμου πάνω τους, το άλμπουμ επανακυκλοφορεί σαν tour edition στις 24 Οκτωβρίου του 2011, ενώ προβαίνουν στις 5 Μαρτίου του 2012 στην ψηφιακή κυκλοφορία του ''Zero Distance'' EP, το οποίο αποτελείται από κομμάτια που είχαν μείνει έξω από b-sides του δίσκου ή ήταν διαθέσιμα μόνο σε έξτρα ή Ιαπωνικές εκδόσεις (συμπεριλαμβάνονται και στο tour edition του δίσκου, εκεί αξίζει πραγματικά να επενδύσετε αν το βρείτε). Το ομότιτλο κομμάτι έγινε βίντεο κλιπ. Ενδιάμεσα οι Σουηδοί υπογράφουν νέο συμβόλαιο με την Century Media. Στην ουσία πρόκειται για την τελευταία κυκλοφορία που θα δούμε το όνομα του Daniel Antonsson ως μπασίστα τους, καθώς αποχώρησε στις αρχές του 2013, συγκεκριμένα στις 18 Φεβρουαρίου. Ο ίδιος τόνιζε ότι ήθελε να συγκεντρωθεί στην κιθάρα και ότι ήθελε να γίνει μηχανικός ήχου και παραγωγός.

 

Ο Mikael Stanne τον περιέγραψε ως ''υπέροχος τύπος και καταπληκτικός μουσικός, αλλά όχι στο ίδιο μήκος κύματος με τους υπόλοιπους στη μπάντα'', εξ'αιτίας της τάσης του να θέλει να είναι κάτι σαν αρχηγός στη μπάντα, για να συνεχίσει ''θέλει να είναι ο υπεύθυνος αλλά δεν μπορεί να είναι στη μπάντα μας μιά και είμαστε όλοι δημοκρατικοί και κοντά ο ένας στον άλλο μιά και παίζουμε μαζί τόσα χρόνια''. Έτσι παρ'ότι έφυγε κι ενώ ο δίσκος είχε ήδη ηχογραφηθεί στα Rogue Music (κιθάρες, μπάσο, φωνητικά, πλήκτρα) και Nacksving (τύμπανα), με τη μίξη και το mastering να γίνεται στα Fascination Street Studios στο Örebro με παραγωγό τον Jens Bogren, το μπάσο τελικά στο δίσκο έπαιξε ο Michael Henriksson, ο οποίος έπαιζε ξανά το αρχικό του όργανο μετά το 1999! Ο Niklas Sundin δήλωνε ότι ποτέ δεν ήταν τόσο ανυπόμονος για μία κυκλοφορία τους από τον καιρό του ''Skydancer'', γιατί οι ηχογραφήσεις για όλες τις κυκλοφορίες ήταν πολύ μεγάλες σε σχέση με το δίσκο αυτό.

 

 

Στις 27 Μαρτίου του 2013 έγινε διαθέσιμη η λίστα κομματιών του ''Construct'', όπως θα τιτλοφορούταν το δέκατο άλμπουμ τους! Οι ίδιοι δήλωσαν τότε ''Ενώ έχει το ξεκάθαρο σημάδι των Dark Tranquillity, ο δίσκος είναι μάλλον ο πιό διαφορετικός μας και ποικιλόμορφος από το ''Projector'' το 1999''. Το πρώτο δείγμα του δίσκου είναι το υπέροχο ''Uniformity'', το οποίο γυρίζεται σε βίντεο και βγαίνει στις 10 Μαϊου του 2013. Ξεκάθαρη η αύρα του ''Projector'' σε αυτό το κομμάτι, όπως και σε όλο το δίσκο, ενώ είναι σίγουρα το πιό ιδιαίτερο άλμπουμ τους, αρκετά σκοτεινό αλλά ταυτόχρονα όσο επιθετικό, μελωδικό και προοδευτικό έπρεπε για να μη χάσουν την ταυτότητα τους. Ο δίσκος κυκλοφορεί τελικά στις 27 του ίδιου μήνα και χαιρετίζεται από τους οπαδούς ως μία τολμηρή δουλειά που φέρνει μία αλλαγή που μάλλον ήταν απαραίτητη για να ανανεωθεί ο ήχος τους.

 

Το συγκρότημα τόνιζε ότι ο δίσκος ηχογραφήθηκε κατά την ''σκοτεινότερη περίοδο'' τους, και η ατμόσφαιρα του χαρακτηρίστηκε ως μελοδραματική και σκοτεινή από μεγάλη μερίδα του τύπου και των οπαδών. Με τον Martin Henriksson να μη συνεισφέρει τόσο, οι Jivarp, Brändström (κυρίως) και Sundin (λιγότερο) ανέλαβαν το βάρος της σύνθεσης με τον Stanne να τονίζει ''Ήταν τελείως διαφορετικό από αυτό που κανονικά κάναμε, ήταν σαν πείραμα αρχικά που τελικά έγινε κάτι πολύ δημιουργικό. Είμαστε πραγματικά ενθουσιασμένοι. Ήταν απελευθερωτικό να μιλάμε και να βλέπουμε τι θέλει το κάθε κομμάτι και πως έπρεπε να είναι το άλμπουμ, επιτέλους μπορούσαμε να κάνουμε μουσική και να μην διαφωνούμε γι'αυτήν τόσο πολύ. Ήταν πολύ θετική εμπειρία''. Στο τελευταίο να τονίσουμε ότι μετά το ''We Are The Void'' αντιμετώπισαν προβλήματα στη δημιουργία του ''Construct'', εσωτερικές διαμάχες και κενό έμπνευσης, το οποίο κατά τον Stanne, λύθηκε μέσω της πιό δημιουργικής διαδικασίας γραψίματος κατά την σκοτεινή αυτή περίοδο τους.

 

''Το υλικό που είχαμε ήταν αρκετά συναισθηματικό, γράφτηκε την περίοδο που παλεύαμε, το περισσότερο υλικό ήταν λυπητερό, συναισθηματικό και βαρύ, αυτό κατέληξε να γίνει και όλο το άλμπουμ''. Ο δίσκος ανοίγει με το ''For Broken Words'', κομμάτι που βγάζει αυτό το σκοτάδι που λέει το συγκρότημα, με ξεκάθαρη προοδευτική προσέγγιση, βαρύτατες αιχμηρές κιθάρες και είναι κάτι σαν το ''Projector'' να συναντάει τη βαρύτητα του ''Character'' σε πολλά σημεία. Το ''The Science Of Noise'' άνοιγε τις συναυλίες αυτής της περιοδείας -που τους ξανάφερε στην Ελλάδα με εντυπωσιακή εμφάνιση άλλη μία φορά- και έδειχνε ότι δεν είχαν ξεχάσει τα γρήγορα αλλά και συνάμα μελωδικά σημεία τους, ενώ ο δίσκος σφύζει είτε από ενέργεια όπως στο ''Apathetic'', είτε από ποικιλομορφία όπως στα ''What Only You Know''/''Endtime Hearts'' (δίδυμο λύτρωσης) και κλείνει με το ''None Becoming'' να σε επιστρέφει στις ένδοξες μέρες του παρελθόντος. Η αλλαγή και αυτή η εσωτερικότητα και μελαγχολία του ''Construct'' το κάνουν να πάρει χαρακτηρισμούς όπως ''Θρυλικό'', ή ''μία από τις πιό δημιουργικές και ποικιλόμορφες κυκλοφορίες των τελευταίων ετών'', ενώ μάλλον η ενδεικτικότερη άποψη έρχεται από τον Kyle Ward του Sputnikmusic που το συνέκρινε με το ''Projector'' λόγω χαρακτήρα και πειραματισμού: ''H πιό χειροπιαστή και σπαραχτική ατμόσφαιρα όλης της δισκογραφίας του, εξ'αιτίας της εστίασης του σε μεγάλο μέρος σε σκοτεινούς και μελοδραματικούς τόνους των πλήκτρων και των ταχέων και σφιχτών μελωδιών από τα κιθαριστικά leads''.

 

Θα περιοδεύσουν σε Φινλανδία και Βόρεια Αμερική με τους Omnium Gatherum, στην Ευρώπη με τους Tristania και στη Σουηδία με τους Darkane (πόρωση)! Θα βγεί σε αρκετές εκδόσεις, με διαφορετικό εξώφυλλο για την Αμερικάνικη έκδοση και την έκδοση βινυλίου. Τα ''Immemorial'' και ''Photon Dreams'' που περιέχονται σαν έξτρα, είναι απλά συγκλονιστικά! Στις 15 Ιουνίου του 2013, ο δίσκος μπήκε στο US Billboard 200 στο νούμερο 171!

 

Ως δώρο για την προπαραγγελία του δίσκου από το Aμερικάνικο distro, 500 τυχεροί οπαδοί προμηθεύτηκαν το ''For The Fans'', μία συλλογή 14 ζωντανά ηχογραφημένων κομματιών διάρκειας 68'. Οι κόπιες είναι αριθμημένες στο χέρι και απλά περιέχονται σε μια κενή λευκή θήκη χωρίς εξώφυλλο. Την 1η Φεβρουαρίου η Century Media βγάζει ένα 7'' βινύλιο με 2 κομμάτια που ηχογραφήθηκαν κατά τη δημιουργία του ''Construct'', αλλά δε μπήκαν στο δίσκο, τα ''A Memory Construct'' (που έδωσε και το όνομα του στην κυκλοφορία) και ''Sorrow's Architect'', βγήκε μόλις σε 500 κόπιες, θεωρήστε τους εαυτούς σας κωλόφαρδους αν το πετύχατε και το τσιμπήσατε χωρίς σκέψη.

 

Το συγκρότημα πατούσε πιό γερά από ποτέ στα πόδια του ξανά, και το 2016 ήταν χρονιά που θα έφερνε την κυκλοφορία του νέου ενδέκατου άλμπουμ τους. Μία σοκαριστική είδηση αναστάτωσε τους ίδιους και τους οπαδούς, καθώς ένα από τα τέσσερα σταθερά μέλη, αποφάσισε να εγκαταλείψει το συγκρότημα, δηλώνοντας πως έχασε το πάθος του να παίζει μουσική. Ο λόγος για τον Michael Henriksson ο οποίος μετά από 27 χρόνια κοινής πορείας με τους Stanne/Sundin/Jivarp από τις μέρες των Septic Broiler, άφησε κενή τη θέση του κιθαρίστα, ενώ για να γεμίσουν το κενό στο μπάσο επιστρατεύουν τον εγνωσμένης αξίας Anders Iwers, μεγαλύτερου αδερφού του Peter Iwers των In Flames και με παρελθόν σε Ceremonial Oath, Cemetary, Tiamat και Μercury Tide.

 

 

Στις 22 Μαϊου του 2016 ξεκινάνε να δουλεύουν πάνω στο ενδέκατο άλμπουμ ''Atoma'', αλλά δεν το ανακοινώνουν επίσημα πριν τις 6 Ιουλίου. Το ''Atoma'' κυκλοφορεί τελικά στις 4 Νοεμβρίου του 2016 και αντιμετωπίζεται από πολλούς ως ο καλύτερος τους δίσκος τα τελευταία 15 χρόνια, τις τελευταίες δύο δεκαετίες ή και γενικότερα ότι πληρέστερο έχουν βγάλει (βαριά κουβέντα, αλλά όντως ισχύει για πολλούς, ενδεικτικό της αξίας του και του αντίκτυπου που έχει δημιουργήσει).

 

Πρώτο δείγμα που δώθηκε από το δίσκο ήταν το ''The Pitiless'', στις 23 Σεπτεμβρίου, στη συνέχεια το ομότιτλο κομμάτι στις 7 Οκτωβρίου και τρίτο (και καλύτερο) το ''Forward Momentum'' στις 21 του ίδιου μήνα. Τα τρία αυτά κομμάτια γίνανε και βίντεο, με αυτό του ''Forward Momentum'' να είναι ίσως το καλύτερο σε σύλληψη, πραγματικά κάποιος πρέπει να ψαχτεί και να κάνει μία ταινία κάποτε γύρω από το κλιπ αυτό, που στο τέλος του στην κυριολεξία σε στέλνει...στο διάστημα! Το ''Atoma'' στο σύνολο του είναι ένα καταπληκτικό και ολόφρεσκο άλμπουμ το οποίο καταφέρνει μέσα σε 50' να παρελάσουν μπροστά από τα μάτια και μέσα στ'αυτιά του ακροατή όλοι οι Dark Tranquillity της περασμένης 25ετίας. Καταπληκτικό ξεκίνημα με το ''Encircled'', φοβερά και τρομερά τα ''Force Of Hand'', ''Faithless By Default'', ''Clearing Skies'' και το τελευταίο ''Caves And Embers'', μέσα από ένα δίσκο που όσο κυλάει, τόσο δικό του σε κάνει και σου κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον.

 

Το ''Atoma'' δικαίως αποθεώθηκε και θα ήταν καλό να αναφερθεί το πόσο άρεσε παγκοσμίως, καθώς μπήκε στα εξής νούμερα στα charts των παρακάτω χωρών: 40 στην Αυστρία, 80 και 88 στο Βέλγιο (Ultratop Flanders/Ultratop Wallonia αντίστοιχα), 108 στη Γαλλία, 23 στη Γερμανία, 47 στην Ιταλία, 64 στην Ιαπωνία, 2 στην Σουηδία (!) και 36 στην Ελβετία. Άλλα δύο κομμάτια ηχογραφήθηκαν κατά τη δημιουργία του ''Atoma'' και κυκλοφόρησαν ως 7'' βινύλιο στις 24 Μαρτίου του 2017, το ομότιτλο ''The Absolute'' και το ''Time Out Of Place'', αμφότερα υπέροχα. Υπάρχουν και στην περιορισμένη έκδοση του δίσκου ούτως ή άλλως. Η παραγωγή έγινε από τον Martin Brändström και ηχογραφήθηκε στα Nacksving (τύμπανα) και Rogue Music (κιθάρες, μπάσο, φωνητικά και πλήκτρα), σε μίξη και mastering του Jens Bogren.

 

 

Οι Dark Tranquillity ξεκίνησαν την περιοδεία για την υποστήριξη του ''Atoma'' στην Ευρώπη μαζί με τους Equilibrium στις 28 Ιανουαρίου φέτος. Έχουν στις τάξεις τους στις κιθάρες τον Christopher Amott, γνωστό και μή εξαιρετέτο βιρτουόζο της κιθάρας που μάθανε οι περισσότεροι μέσω των Arch Enemy, όπως και τον υπερπαιχταρά Johan Reinholdz, μεταξύ άλλων των Andromeda (μωρή μπαντάρα), Νonexist, Opus Atlantica, Skyfire. Οι δυό τους θα καλύψουν το κενό του Niklas Sundin ο οποίος στην παρούσα φάση δεν περιοδεύει με το συγκρότημα.

 

Οι Σουηδοί έρχονται ξανά στην Ελλάδα πλήρως ανανεωμένοι και έχοντας λάβει διθυραμβικές κριτικές και τις μεγαλύτερες διακρίσεις τους για το ''Atoma'', μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για το 11ο άλμπουμ τους και δε συμβαίνει συχνά τα συγκροτήματα να είναι επίκαιρα και εμπνευσμένα μετά από 11 δίσκους. Οι Dark Tranquillity με τις εξαιρέσεις των ''Haven'' και ''We Are The Void'' -που δεν είναι κακοί δίσκοι, αλλά ήρθαν μετά από φοβερά σερί άλμπουμ και λίγο απογοήτευσαν- έχουν αποδειχθεί υπερβολικά συνεπείς με την ποιότητα και την έμπνευση. Οι δε συναυλίες τους είναι απόλαυση και σίγουρα είναι από τις καλύτερες μπάντες που έχουμε δεί επί σκηνής οι περισσότεροι από μας, τα κομμάτια τους ακούγονται 10 φορές καλύτερα, ενώ καφρότερες μπάντες και οπαδοί που τους χαρακτηρίζουν φλώρους, μαλακούς και εμπορικούς θα ευχόντουσαν να είχαν έστω λίγη από την τσίπα τους. 27 χρόνια πορείας, δοξασμένων στιγμών, αρκετών ανακατατάξεων και πολλών φύγε εσύ-έλα εσύ προφανώς και δε χωράνε σε μερικές χιλιάδες λέξεις, αυτό που όμως είναι το σημαντικότερο είναι η σιγουριά με την οποία έχουν γεμίσει τη μεγαλύτερη μερίδα των οπαδών εκεί έξω και που δεν ξεπουλήθηκαν ποτέ για οποιαδήποτε μουσική τάση εκεί έξω. Με το κεφάλι ψηλά, συνεχίζουν να εξερευνούν τα απότερα άκρα του ήχου τους και για όσο θα είναι κοντά μας, μόνο στιγμές χαράς μας περιμένουν μελλοντικά. So, is the future still open?

0
0
0
s2sdefault
powered by social2s